Τετάρτη, Ιανουαρίου 04, 2012

Διπλή μείωση συντάξεων και «κούρεμα» εφάπαξ


Τα νέα μέτρα σοκ του μεσοπρόθεσμου προγράμματος σταθερότητας, πλήττουν εκ νέου μισθωτούς και συνταξιούχους, καθώς μειώνουν τις υφιστάμενες και μελλοντικές συντάξεις και εφάπαξ βοηθήματα, επιβάλλουν νέες εισφορές που μειώνουν το εισόδημα και περιορίζουν του δικαιούχους των κοινωνικών επιδομάτων. Τα μέτρα προβλέπουν τα εξής:
1. Καθιερώνεται ειδική εισφορά τύπου ΛΑΦΚΑ για τις επικουρικές συντάξεις άνω των 300 ευρώ. Σύμφωνα με πληροφορίες η εισφορά θα κυμαίνεται από 3% έως 10% αναλόγως με το ύψος της παρεχόμενης σύνταξης. Από το μέτρο αυτό το υπουργείο Εργασίας, προσδοκά έσοδα 100 εκατομμύρια ευρώ το 2012 και 1013.
2. Αυξάνεται η ειδική εισφορά που ήδη καταβάλλουν οι συνταξιούχοι με κύρια σύνταξη άνω των 1.700 ευρώ. Σήμερα οι συνταξιούχοι με υψηλότερη σύνταξη καταβάλουν εισφορά 5%, η οποία αναμένεται να ανέλθει σε 8% (αύξηση 60%). Σήμερα η εισφορά είναι κλιμακούμενη από 3% έως 10% στις κύριες συντάξεις άνω των 1.400 ευρώ.
3. Η εισφορά θα είναι υψηλότερη για τους συνταξιούχους που λαμβάνουν υψηλές συντάξεις και είναι κάτω των 60 ετών. Όταν δεν έχουν συνταξιοδοτηθεί υποχρεωτικά, δηλαδή έκαναν χρήση εθελουσίας εξόδου.
4. Μείωση των επικουρικών συντάξεων για τα ταμεία που αντιμετωπίζουν οικονομικό πρόβλημα και καθιέρωση ενιαίου τρόπου υπολογισμού των επικουρικών συντάξεων. Από το μέτρο αυτό θα επέλθει μείωση δαπανών της τάξεων των 500 εκατ. ευρώ έως το 2015. Η μείωση όλων των συντάξεων (χορηγούμενων και μελλοντικών) θα ξεκινήσει από το Σεπτέμβριο του 2011 (και όχι από τον Ιανουάριο του 2012, όπως αρχικώς είχε ανακοινωθεί) και θα αφορούν τα ταμεία που βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο, ενώ σχεδιάζεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού των παροχών στο μέλλον, καθώς και ανατροπές στα εφάπαξ βοηθήματα. Το υπουργείο έχει ξεκαθαρίσει πως τα ταμεία που θα αποδειχθεί οτι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα, θα «προσαρμόσουν» τις επικουρικές συντάξεις «στα όρια των δυνατοτήτων τους». Σύμφωνα με πληροφορίες υπάρχουν ταμεία τα οποία αντιμετωπίζουν άμεσο προβλημα οικονομικής ανταπόκρισης στις υποχρεώσεις τους, ενώ – όπως αναφέρει στέλεχος του υπουργείου Εργασίας – «αναλογιστικά κανένα ταμείο δεν θα έχει πλεόνασμα το 2060».
5. Αύξηση της εισφοράς υπέρ των ανέργων (ΟΑΕΔ) στον ιδιωτικό τομέα. Σήμερα εισφορά (εργοδότη και εργαζόμενου) είναι 4% και θα διαμορφωθεί στο 5%.
6. Καθιερώνεται εισφορά αλληλεγγύης υπέρ των ανέργων και στους δημοσίους υπαλλήλους, όπως και στους εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Με τα χρήματα αυτά θα στηρίζονται τα προγράμματα απασχόλησης του ΟΑΕΔ.
7. Αλλαγές έρχονται και στα κοινωνικά επιδόματα τα οποία θα επαναπροσδιορισθούν έως το τέλος του έτους. Σε πολλά από αυτά θα τεθούν εισοδηματικά κριτήρια, εκτός από το επίδομα ανεργίας, το οποίο όμως θα δίδεται με αυστηρότερα κριτήρια. «Δεν είναι δυνατόν κάποιος να εργάζεται πέντε μήνες και να λαμβάνει επίδομα ανεργίας για τους υπόλοιπους επτά μήνες», σημειώνει η κυρία Κατσέλη.
8. Τα μέτρα προβλέπουν αυστηρότερα κριτήρια για τη χορήγηση επιδομάτων (ΟΑΕΔ, Εργατική Εστία, Εργατική Κατοικία, ΕΚΑΣ). Ανάλογα μέτρα θα ληφθούν και για τα επιδόματα που χορηγούν τα ταμεία και η Πρόνοια (π.χ. πολυτεκνικά). Ενιαίος κανονισμός θα υπάρξει για τις παροχές επιδομάτων υγείας.
9. Από το «κούρεμα» των κοινωνικών παροχών, τη μείωση των δικαιούχων επιδομάτων ανεργίας, ΕΚΑΣ, των παροχών του Οργανισμού Εργατικής Εστίας και Εργατικής Κατοικίας, τις περικοπές στα φάρμακα και στις διαγνωστικές εξετάσεις και τις μείωση των παροχών σε χρήμα για τα ασφαλιστικά ταμεία, προβλέπονται μειώσεις δαπανών ύψους 2,787 δισ. ευρώ για την περίοδο 2011 – 2015.
10. Η αύξηση των εσόδων για τα ασφαλιστικά ταμεία (ύψους 2,114 δις. ευρώ για το διάστημα 2011 – 2015) στηρίζεται εν πολλοίς στην καταπολέμιση της ανασφάλιστης εργασίας από την οποία προσδοκούνται 357 εκατομμύρια ευρώ έσοδα έως το 2015 και η ένταξη στο σύστημα 480.000 ανασφάλιστων εργαζομένων. Ταυτοχρόνως αυξάνονται οι εισφορές υπερ ΟΓΑ, τίτεται έκτακτη εισφορά στις επικουρικές συντάξεις, ενώ προσδοκούνται 395 εκατ. ευρώ από την αξιοποίηση της περιουσίας των ασφαλιστικών ταμείων.
11. Θα γίνει καταγραφή όλων των επιδομάτων, απογραφή των δικαιούχων και θα εφαρμοστούν κίνητρα και αντικίνητρα για την χορήγησή τους. Επίσης θα γίνει διασταύρωση στοιχείων των συνταξιούχων.

Η ευθύνη των γερμανικών τραπεζών στο ελληνικό δράμα



Το τέλος του 2011 βρίσκει τους Ελληνες να αναρωτιούνται κατά πόσον το 2012 η χώρα μας θα παραμείνει μέλος της ευρωζώνης. Οι οικονομικοί οιωνοί δεν είναι οι καλύτεροι δυνατοί τόσο για την Ελλάδα όσο και για άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Το «δίχτυ ασφαλείας» 110 δισ. ευρώ (τον Μάιο του 2010), σε συνδυασμό με τη συμφωνία του Ιουλίου 2011 για περαιτέρω βοήθεια 109 δισ. ευρώ και τη συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου 2011 για haircut 50% στο υπό ιδιωτικής κατοχής χρέος, δεν φαίνεται να έχει ηρεμήσει τις αγορές. Τα ασφάλιστρα κινδύνου (credit default swaps), την ενεργοποίηση των οποίων προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποφύγουν οι ευρωπαίοι εταίροι μας, δείχνουν, εντός πενταετίας, πιθανότητα χρεοκοπίας της ελληνικής οικονομίας, η οποία εκτοξεύθηκε από το 55% στις αρχές του 2010 κοντά στο 100% τον Δεκέμβριο του 2011.

Την ίδια στιγμή τα ασφάλιστρα κινδύνου ανεβάζουν την πιθανότητα χρεοκοπίας της Ιταλίας κοντά στο 40%. Ενώ λοιπόν οι ηγέτες της Περιφέρειας «πιέζουν» τη Γερμανία για την έκδοση ευρωομολόγου, οι γερμανοί εταίροι μας «σκληραίνουν» τη στάση τους δηλώνοντας ότι η έξοδος από την ευρωζώνη δεν αποτελεί πια «ταμπού». Και τούτο διότι έχουν προετοιμασθεί έναντι του παραπάνω σεναρίου. Το πρόβλημα όμως είναι ότι επιλέγοντας την ενίσχυση της άμυνάς τους έναντι κατάρρευσης της ευρωζώνης οι Γερμανοί συνέβαλαν με τον τρόπο τους στο ίδιο το πρόβλημα.
Πράγματι, μια προσεκτική ανάλυση των στατιστικών στοιχείων της Bank of International Settlements αποκαλύπτει τα ακόλουθα. Στην προ ευρωζώνης εποχή οι γερμανικές τράπεζες κατείχαν (το 1998) ελληνικό (δημόσιο και ιδιωτικό) χρέος το οποίο αντιστοιχούσε στο 27% των επενδύσεών τους σε ευρωπαϊκό χρέος. Τον Μάρτιο του 2010 οι επενδύσεις των γερμανικών τραπεζών σε ελληνικό χρέος είχαν περιορισθεί δραματικά στο 2,2%, με περαιτέρω μείωση, το καλοκαίρι του 2011, στο 1,7%.

Η ίδια στρατηγική μείωσης επενδυτικού ρίσκου εφαρμόστηκε από τις γερμανικές τράπεζες έναντι άλλων χωρών της Περιφέρειας. Για παράδειγμα, οι επενδύσεις γερμανικών τραπεζών σε ιταλικό χρέος μειώθηκαν, στη διάρκεια της τελευταίας 12ετίας, από το 12% του συνόλου των επενδύσεών τους σε ευρωπαϊκό χρέος στο 8,5%. Η αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου των γερμανικών τραπεζών μακριά από τα ελληνικά ομόλογα (και όχι μόνον) «πυροδότησε» μέρος της σημερινής κρίσιμης οικονομικής κατάστασης. Πράγματι, αληθεύει ότι τα περιβόητα Greek Statistics, σε συνδυασμό με τη δική μας ολιγωρία στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων, επιτάχυναν το ενδεχόμενο χρεοκοπίας. Εκτιμάμε όμως ότι σημαντικό μερίδιο ευθύνης φέρουν και οι γερμανικές τράπεζες. Βάσει ποσοτικών μας εκτιμήσεων (οι οποίες κάνουν χρήση της οικονομετρικής τεχνικής variance decomposition analysis) καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η «επενδυτική στροφή» των γερμανικών τραπεζών μακριά από το ελληνικό χρέος εξηγεί μέχρι και 30% της ετήσιας αύξησης των ελληνικών ασφαλίστρων κινδύνου. Το παραπάνω ποσοστό ευθύνης των Γερμανών δεν είναι αμελητέο.

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο University of Liverpool και ο κ. Θεόδωρος Παναγιωτίδης επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Ένας στους πέντε Έλληνες απειλούνταν από τη φτώχεια ήδη από το 2010


Το 20,1% του πληθυσμού της χώρας απειλείται από τη φτώχεια υπογραμμίζει η έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης του 2010 της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, δηλαδή πριν από την κορύφωση της κρίσης.

Σύμφωνα με την έρευνα το χρηματικό όριο της φτώχειας ανέρχεται στο ετήσιο ποσό των 7.178 ευρώ ανά άτομο και σε 15.073 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών.

Επίσης, το μέσο ετήσιο ατομικό ισοδύναμο εισόδημα ανέρχεται σε 13.973,94 ευρώ και το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας σε 24.224,38 ευρώ.

Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 868.597 και τα μέλη τους σε 2.204.800.

Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται στο 23% και είναι υψηλότερος κατά περίπου 3% από το αντίστοιχο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.

Παράλληλα, ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών υπολογίζεται σε ποσοστό 21,3% και είναι μειωμένος κατά 0,1% σε σχέση με το προηγούμενο έτος (το 2009).

Ακόμη, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας είναι υψηλότερο στις γυναίκες, σε σχέση με τους άνδρες, 20,9% και 19.3%, αντίστοιχα.

Ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανερχόταν σε 3.030.900 άτομα. Ο πληθυσμός που διαβιούσε σε νοικοκυριά που δεν εργάζεται κανένα μέλος ή εργάζεται με μερική απασχόληση ανερχόταν σε 544.800 άτομα, ενώ στο προηγούμενο έτος, το 2009, ανερχόταν σε 488.200 άτομα.

Κοινωνικές ομάδες σε κίνδυνο

Ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες που απειλούνται και δοκιμάζονται από τη φτώχεια είναι οι άνεργες γυναίκες (40%), τα μονογονεϊκά νοικοκυριά με τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί (33,4%), τα νοικοκυριά με έναν ενήλικα, ηλικίας 65 ετών και άνω (30,1%), τα νοικοκυριά με τρεις ή περισσότερους ενήλικες με εξαρτώμενα παιδιά (29,3%), τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά με μέλος γυναίκα (27,7%), τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά με μέλος άνδρα (26,3) και τα παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (23%).

Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών υπολογίζεται σε ποσοστό 21,3%, ενώ για άτομα ηλικίας έως 17 ετών σε ποσοστό 23%.

Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 75 ετών υπολογίζεται σε ποσοστό 25,5%, ενώ για άτομα ηλικίας 75 ετών και κάτω σε ποσοστό 19,6%.

Ο κίνδυνος φτώχειας των νοικοκυριών με έναν γονέα και τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται στο 33,4%, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης για τα νοικοκυριά με δύο γονείς και ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται στο 21,6%.

Οι εργαζόμενοι κινδυνεύουν λιγότερο από τους ανέργους και τους οικονομικά μη ενεργούς (όπως τους συνταξιούχους, τις νοικοκυρές, κλπ). Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας των εργαζομένων ανέρχεται στο 13,8% (άνδρες 16,4% και γυναίκες 10,2%), των λοιπών μη οικονομικά ενεργών στο 27,4% και των ανέργων στο 38,5%.

Ο σχετικός κίνδυνος φτώχειας για τους εργαζόμενους με πλήρη απασχόληση ανέρχεται στο 11,7%, ενώ για τους εργαζόμενους με μερική απασχόληση ανέρχεται στο 29,4%.

Τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία απειλούνται από φτώχεια κατά 18,5%, ενώ αυτά που διαμένουν σε ενοικιασμένη κατοικία κατά 27,2%.

Ο σχετικός κίνδυνος φτώχειας ηλικιωμένων 75 ετών και άνω κατά ιδιοκτησιακό καθεστώς της κατοικίας τους ανέρχεται για τους ιδιοκτήτες στο 26,3%, ενώ για τους ενοικιαστές στο 18%.

Εντωμεταξύ, ο κίνδυνος φτώχειας στην Ευρώπη των 27 κρατών-μελών εκτιμάται στο 16,4% (προσωρινά στοιχεία), στην Ευρωζώνη των 12 στο 16,9% και στην ευρωζώνη των 16 κρατών μελών στο 16,1%.

Το υψηλότερο ποσοστό κινδύνου φτώχειας καταγράφεται στη Λετονία (21,3%), ενώ το χαμηλότερο στην Τσεχία (9%).

Δείκτες συνθηκών διαβίωσης

Από τη μελέτη των δεικτών για τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού της χώρας προκύπτει ότι η στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών (δυσκολία ικανοποίησης βασικών αναγκών, ανεπαρκείς συνθήκες στέγασης, επιβάρυνση από τις δαπάνες στέγασης, αδυναμία αποπληρωμής δανείων ή αγορών με δόσεις, δυσκολίες στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών, δυσκολία αντιμετώπισης των συνήθων αναγκών, ποιότητα ζωής) δεν αφορά μόνο το φτωχό πληθυσμό, αλλά και μέρος του μη φτωχού πληθυσμού.

Ο πληθυσμός, που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες σε τουλάχιστον τέσσερις από τις εννέα συνολικά διαστάσεις της υλικής στέρησης, αποτελείται, κυρίως, από:

Παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών (12,2%)
Γυναίκες ηλικίας 65 ετών και άνω (14,4%)
Άνδρες ηλικίας 65 ετών και άνω (9,8%)
Παιδιά ηλικίας 18 έως 24 ετών, που έχουν ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση (36,1%)
Πληθυσμός ηλικίας 18 έως 59 ετών, που έχει ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση (3,7%)
Ο μέσος όρος αγαθών και υπηρεσιών που στερείται το σύνολο των νοικοκυριών από τις εννέα συνολικά διαστάσεις της υλικής στέρησης εκτιµάται στο 3,7%.

Τα νοικοκυριά που αντιµετωπίζουν ελλείψεις βασικών ανέσεων στην κύρια κατοικία
κατατάσσονται, κατά καθεστώς ιδιοκτησίας, ως εξής:
ιδιόκτητη χωρίς οικονοµικές υποχρεώσεις (δάνειο, υποθήκη, κ.λ.π.) (4,1%)
ιδιόκτητη με οικονοµικές υποχρεώσεις (δάνειο, υποθήκη, κ.λ.π.) (6,9%)
ενοικιασµένη (9%)
ενοικιασµένη µε ενοίκιο µικρότερο από την τιµή της αγοράς (12,7%)
Το ποσοστό του πληθυσµού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου ανέρχεται στο 25,5% για το σύνολο του πληθυσµού, ενώ είναι 23,2% για το µη φτωχό πληθυσµό και 34,7% για το φτωχό πληθυσµό.

Τα νοικοκυριά που επιβαρύνονται από το κόστος στέγασης ανέρχονται στο 18,1% για το σύνολο του πληθυσµού, στο 5,5% για το µη φτωχό πληθυσµό και 67,7% για το φτωχό πληθυσµό.

Το 22,7% του φτωχού πληθυσµού δηλώνει ότι στερείται διατροφής, που περιλαµβάνει κάθε δεύτερη ηµέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσµού εκτιµάται στο 4,2%.

Το 63,3% του φτωχού πληθυσµού και το 19,3% του µη φτωχού έχουν οικονοµική δυσκολία να αντιµετωπίσουν έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες, αξίας περίπου 540 ευρώ.

Περιβαλλοντικά προβλήµατα από παρακείµενη βιοµηχανία ή κυκλοφορία αυτοκινήτων αντιµετωπίζει το 25% του συνολικού πληθυσµού, ενώ ποσοστό 19,1% του ίδιου πληθυσµού αναφέρει ως πρόβληµα τους βανδαλισµούς και την εγκληµατικότητα στην περιοχή του.

Το 27,8% του µη φτωχού πληθυσµού δηλώνει ότι επιβαρύνεται πάρα πολύ από τις συνολικές δαπάνες στέγασης, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το φτωχό πληθυσµό εκτιµάται στο 50,6%.

Το 12,4% του συνολικού πληθυσµού δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωµή δανείων ή δόσεων για αγορά αγαθών και υπηρεσιών.

Το 37,9% του φτωχού πληθυσµού δηλώνει δυσκολία στην πληρωµή πάγιων λογαριασµών, όπως του ηλεκτρικού ρεύµατος, του νερού, του φυσικού αερίου, κ.λ.π.

Το 47,3% του φτωχού πληθυσµού αναφέρει μεγάλη δυσκολία στην αντιµετώπιση των συνήθων αναγκών του µε το συνολικό μηνιαίο ή εβδοµαδιαίο εισόδηµά του.

Το ελάχιστο καθαρό μηνιαίο εισόδηµα για την αντιµετώπιση των αναγκών των νοικοκυριών της χώρας, κατά δήλωσή τους, ανέρχεται σε 2.464 ευρώ. Τα φτωχά νοικοκυριά χρειάζονται 2.000 ευρώ, ενώ τα µη φτωχά νοικοκυριά 2.580 ευρώ.

Το 19,5% του φτωχού πληθυσµού, το 5,6% του µη φτωχού πληθυσµού και το 8,4% του συνολικού πληθυσµού, δεν διέθεταν ένα τουλάχιστον ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, ενώ το 1,1% των φτωχών νοικοκυριών, το 6,1% των µη φτωχών και το 9,1% του συνόλου των νοικοκυριών, δεν διέθεταν προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αν και τα χρειάζονταν, λόγω έλλειψης οικονομικής δυνατότητας.